Πες το μ’ ένα παραμύθι / E-Book

0 out of 5

5,99 

Sku: eb978-618-5582-01-2 Category: Παιδαγωγικά

Περιγραφή

Το μαγεμένο δάσος

του Θεόδωρου Παναγιώτου

 

Μια φορά κι έναν καιρό, κοντά σε μια μικρή κι όμορφη πολιτεία, υπήρχε ένα δάσος πελώριο, αδιάβατο και σκοτεινό. Τα δέντρα ήταν πανύψηλα, πυκνά και δεν άφηναν να μπει το φως του ήλιου. Τρόμος επικρατούσε παντού. Εκεί βαθιά στο δάσος είχε το παλάτι του ένας κακός δράκος, που μισούσε τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά. Αυτός κρατούσε φυλακισμένη την ψυχή του δάσους και δεν άφηνε κανέναν άνθρωπο να πλησιάσει.
– «Χα χα χα! Το δάσος είναι δικό μου! Κανείς δεν μπορεί να μπει!», μονολογούσε συνέχεια.
Ακόμα κι ο ήλιος έστελνε για λίγο τις ακτίνες του, γι’ αυτό ήταν σκοτεινό και πάντα λυπημένο. Το νερό που κυλούσε ψηλά απ’ τις μεγάλες πηγές δεν τραγουδούσε όπως παλιά, αλλά έκλαιγε. Τα πουλιά ποτέ δεν κελαηδούσαν. Όσα ζώα είχανε απομείνει ζούσαν σα φυλακισμένα κάτω απ’ το άγρυπνο μάτι του κακού δράκου. Πολλές φορές προσπάθησαν να φύγουν για να πάνε να ζήσουν σε άλλο δάσος, όμως ο δράκος τα κρατούσε φυλακισμένα.
Οι κάτοικοι της πόλης ήταν πολύ στενοχωρημένοι γι’ αυτό που συνέβαινε στο δάσος τους, αλλά, δυστυχώς, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Όσοι προσπάθησαν να πλησιάσουν στο παλάτι του κακού δράκου δεν ξαναγύρισαν ποτέ πίσω. Έτσι το πήραν απόφαση και κανείς πια δεν πλησίαζε το στοιχειωμένο δάσος, όπως το αποκαλούσαν.
Μια μέρα έφτασε στη μικρή πολιτεία ένας νεαρός ξυλοκόπος. Έμαθε για το πελώριο δάσος κι αποφάσισε να εγκατασταθεί εκεί για να δουλέψει.
Οι κάτοικοι της πόλης τον συμβούλεψαν να μην πλησιάσει και τον ενημέρωσαν για τον κακό δράκο. Όμως εκείνος ήταν αποφασισμένος όχι μόνο να πάει στο δάσος, αλλά και ν’ απαλλάξει μια και καλή τους συμπολίτες του απ’ αυτό το μαρτύριο που ζούσαν.
Έτσι την άλλη μέρα το πρωί τράβηξε κατά το δάσος. Πω πω, τι σκοτεινά που ήταν όλα! Όμως, ήταν τόσο γενναίος και θαρραλέος που πολύ σύντομα βρέθηκε στο παλάτι του δράκου. Ο δράκος αμέσως πετάχτηκε έξω κι έβαλε κάτι τρανταχτά γέλια.
– «Πώς τόλμησες κι έφτασες ως εδώ;», του είπε.
– «Περπατώντας», του απάντησε ο γενναίος νέος.
– Φύγε αμέσως, γιατί αλλιώς …
– «Τι αλλιώς;», είπε ο νέος.
– Δεν ήρθα για να φύγω… Εσύ θα φύγεις!
Ο δράκος είχε γίνει κατακόκκινος από το θυμό του. Ο νέος όμως συνέχισε το δρόμο του τραγουδώντας. Μόλις άκουσαν το τραγούδι του τα πουλιά άρχισαν να τιτιβίζουν χαρούμενα. Το νερό που κυλούσε σταμάτησε να κλαίει, ο ήλιος έστειλε πολλές λαμπερές ακτίνες στο δάσος και το φώτισε. Τα ζώα ξεχύθηκαν τρέχοντας κι ο νέος προχωρούσε μέσα στο δάσος, αφήνοντας πίσω του τον κακό δράκο που ούρλιαζε τρέχοντας να τον σταματήσει. Ο νέος φώναξε στο δράκο:
– Σε λίγο το δάσος αυτό θα γεμίσει ζωή. Θα’ ρθουν τα παιδιά να παίξουν χαρούμενα εδώ.
Ο δράκος τρελάθηκε μόλις άκουσε για τα παιδιά. Δεν τα αγαπούσε καθόλου ούτε και τη ζωή. Καθώς έβλεπε πια πως ο νέος δεν τον φοβάται, ένιωσε νικημένος. Έγινε μια μαύρη σκόνη και χάθηκε στο βάθος τ’ ουρανού.
Ο νέος γύρισε στη μικρή πολιτεία νικητής και θριαμβευτής. Το δάσος πήρε ζωή, φως ηρεμία, γαλήνη κι έγινε ένας πανέμορφος τόπος. Όλοι οι κάτοικοι της πολιτείας ξεκίνησαν μια καινούρια ζωή. Κι αυτό το χρωστούσαν στο γενναίο νέο, που κατάλαβε ότι το δάσος είναι η ζωή μας.
Όποιος κάνει κακό στο δάσος κάνει κακό στην ίδια τη ζωή, άρα στον εαυτό του. Όλοι οι κάτοικοι της μικρής πολιτείας αυτό το ένιωσαν πολύ καλά μέσα τους. Κατάλαβαν ότι ανήκουν στη φύση κι η καρδιά τους γέμισε ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν το νέο, που με τη γενναία του πράξη τους έμαθε τις πραγματικές αξίες της ζωής.
Το δάσος το αγαπούσαν όλοι κι αποφάσισαν να το προστατεύουν από κάθε απερίσκεπτο. Όλοι οι κάτοικοι της μικρής πολιτείας χαίρονταν την πραγματική ευτυχία του να ζει κανείς κοντά σ’ ένα τόσο όμορφο καταπράσινο δάσος!